Κοιτάζω την οθόνη μπροστά μου όπως εχθές κοιτούσα τις καμένες πλαγιές του χωριού. Αποφάσισα να γράψω αυτό το κομμάτι για μου θυμίσω ότι πρέπει δεν πρέπει να ξεχάσω δεν πρέπει να επαναπαυθώ. Θα μπορούσα να γράψω πολλά, να φωνάξω, να βρίσω, να φανώ αγανακτισμένη. Δε θα το κάνω όμως, απλά θα περιγράψω κάποιες εικόνες που θεωρώ ότι όλοι πρέπει να θυμόμαστε.
ΕΙΚΟΝΑ 1η: Δεύτερα 27 Αυγούστου. Αναβαίνουμε από Καλαμάτα στην Αλαγονία τη Δευτέρα το πρωί. Στο δρόμο λίγο μετά τη γέφυρα του Νέδονα, στο ρεύμα προς Αρτεμισία, τρεις υδροφόρες σταματημένες και οι οδηγοί δίπλα στο πρώτο όχημα συζητούσαν. Μπορεί οι άνθρωποι να είχαν πραγματικά σημαντικό λόγο να σταματήσουν εκεί, μπορεί να τους είπαν κάποιοι άλλοι να το κάνουν. Αλλά όλοι όσοι έχουμε περάσει από αυτό το δρόμο ξέρουμε πως είναι στενός, με στροφές χωρίς ορατότητα και μάλιστα αυτές τις μέρες με τη φωτιά να βόσκει ύπουλα στις παρυφές της κοιλάδας η συγκεκριμένη απόφαση ήταν σχεδόν εγκληματική. Ο όποιος βιαστικός, αφηρημένος, απρόσεχτος, περίεργος οδηγός θα μπορούσε να πέσει πάνω τους. Χάθηκαν τα αλάρμ, οι φάροι ή έστω μια σήμανση κάτι που τέλος πάντων να δείχνει ότι κάποια οχήματα και οι οδηγοί τους βρίσκονται πάνω στο δρόμο.
ΕΙΚΟΝΑ 2η: Βράδυ Κυριακής 26 Αυγούστου: Σε τοπικό τηλεοπτικό κανάλι (BEST) μιλάνε δύο κάτοικοι του χωριού λέγοντας πως ο ένας μπόρεσε και ο άλλος δεν μπόρεσε να σώσει το σπίτι του. Και οι δύο είπαν ότι κάποιος καλός και αγαθός συμπολίτης μας επειδή οι διακόπτες του δικτύου ύδρευσης περνούσαν από την αυλή του θεώρησε καλό και πρακτικό να αποκλείσει όλους τους άλλους από αυτό. Μόλις εκείνη τη στιγμή κατάλαβα το βαθύτερο νόημα αυτού που έλεγε η γιαγιά μου «Όσους κλείνει η πόρτα σου παιδί». Τι να λέμε τώρα αν η πόρτα κλείνει και τη βάνα του νερού να την αφήσεις απέξω να καεί η καημένη. Αμαρτία.
ΕΙΚΟΝΑ 3η: Σάββατο 25 Αυγούστου Απογευματάκι. Οι κάτοικοι της Κάτω Μεριάς μαζεμένοι στο Βουνάκι χαζεύουν τη φωτιά. Βασικά γυναίκες, παιδιά, άνδρες σε μεγάλη ηλικία. Τα νέα παιδιά κάπου στην Αγιά Τριάδα προσπαθούν να βοηθήσουν στο σβήσιμο με ότι μέσο διαθέτουν. Οι υπόλοιποι έχουμε μετατρέψει τη φωτιά στη τηλεόραση που δεν είχαμε λόγω διακοπής ρεύματος. Η αλήθεια είναι ότι κανείς από εμάς δεν ξέρει τι πρέπει και αν πρέπει να κάνει κάτι. Κοιτάμε περισσότερο για να ξέρουμε τι πρόκειται να γίνει γιατί κανείς δεν έχει μπει στον κόπο να μας ενημερώσει. Μόνο οι δικοί μας που σβήνουν στο βουνό αν τους τηλεφωνήσουμε μας φωνάζουν να φύγουμε. Να πάμε που όμως; Η φωτιά μια πέφτει μια φουντώνει. Τα παιδιά πότε πανικοβάλλονται πότε απλά ασχολούνται με τα παιχνίδια τους. Οι μεγάλοι έχουμε γίνει όλοι θρήσκοι. Κάποιος γυρίζει από την φωτιά, κουτσαίνει αλλά δε φαίνεται να το βάζει κάτω συνεχίζει να τρέχει και να προσπαθεί να συμμαζέψει κάποια πράγματα. Προσπαθώ να θυμηθώ τι έχω διαβάσει κατά καιρούς για τις καταστάσεις έκτακτης ανάγκης. Τι μας έλεγαν τότε με το σεισμός σε κάτι ενημερώσεις που μας είχαν κάνει. Τα λέω δειλά στους γύρω. Να είμαστε όλοι μαζί, να παρακολουθούμε τα παιδιά, να έχουμε κάπου συγκεντρώσει κάποια πράγματα που ίσως χρειαστεί να πάρουμε μαζί σε περίπτωση που θα εκκενωθεί το χωριό. Να κλείσουμε καλά παράθυρα και πόρτες στα σπίτια. Η φωτιά γλείφει τα πρώτα σπίτια της Απάνω Μεριάς και κατεβαίνει στο Νεκροταφείο. Έχουν εν τω μεταξύ εμφανιστεί αστυνομικοί που λένε να εκκενώσουμε το χωριό. Αυτό μόνο. Σχέδιο δεν φαίνεται να υπάρχει, δε μας λένε ούτε πως πρέπει να φύγουμε, ούτε που να πάμε, ούτε σε ποιον να αναφερθούμε. Κάποιοι από εμάς διαπληκτίζονται μαζί τους. Η κατάσταση είναι πια στα όρια του γελοίου. Λίγο αργότερα τα πληρώματα τριών περιπολικών κλείνουν το δρόμο προς τις Πηγές και κατευθύνουν αυτούς που θέλουν να φύγουν προς τον κάτω δρόμο για την Καλαμάτα. Παρακάτω όμως γίνεται ο πανικός αυτοί που φεύγουν από το χωριό, αυτοί που έρχονται από Καλαμάτα μποτιλιάρονται μπροστά το ελαιοτριβείο του Χανδρινού. Ευτυχώς για λίγο και αυτό μάλλον γιατί κάποιος από αυτούς που κατέβαιναν άρχισε να τους κατευθύνει. Αποφάσισα να φύγω με τους δικούς μου για Καλαμάτα. Καταλάβαινα πια ότι η συνεισφορά μου θα ήταν ανύπαρκτη. Δεν είχα ιδέα τι έπρεπε να κάνω. Οι γονείς και τα αδέλφια μου μένουν. Νοιώθω να τους προδίδω αυτούς και το χωριό, αλλά η κατάσταση ήθελε δυναμικές λύσεις και ανθρώπους που ήξεραν ότι μπορούσαν να βοηθήσουν, τουρίστες είχε πολλούς ήδη.
ΕΙΚΟΝΑ 4η: Σάββατο 25 Αυγούστου βράδυ: κατεβαίνουμε με το αυτοκίνητο προς την Καλαμάτα. Η πόλη δεν φαίνεται από τους καπνούς. Στο ρεύμα προς την Σπάρτη γίνεται ένας μικρός χαμός. Χρόνια που πηγαινοέρχομαι σε αυτό το δρόμο πρώτη φορά βλέπω τέτοια ώρα τόση κίνηση, αυτοκίνητα, μηχανάκια. Το φιλοθεάμον κοινό μυρίστηκε θέαμα και ανηφορίζει στο γήπεδο. Δε νομίζω ότι πήγαιναν για κανένα άλλο λόγο οι νεαροί με τις βερμούδες και τις σαγιόναρες και οι διάφοροι στολισμένοι και απροετοίμαστοι σε ένα δρόμο που έπρεπε πάση θυσία να είναι ελεύθερος για κάθε ενδεχόμενο.
ΕΙΚΟΝΑ 5η: Κυριακή 26 Αυγούστου ξημερώματα. (μου το διηγήθηκαν). Η φωτιά λυσσομανά μαζεμένοι στο Τουρκολάγκαδο προσπαθούν να τη σταματήσουν. Μια γυναίκα ανεβαίνει να φέρει νερό να πιούν αυτοί που σβήνουν. Στο σπίτι τη βρίσκουν δύο πυροσβέστες που με πλήρη εξοπλισμό μάσκες, κράνη, παγούρια και λοιπά που γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι και εκκενώνουν το χωριό. Τα σκυλιά του γείτονα τους μυρίζονται και τρελαίνονται στο γάβγισμα. «Να φύγετε» τις λένε «θα καείτε». «Που να πάω» λέει αυτή «εδώ από κάτω οι δικοί μου προσπαθούν να σταματήσουν τη φωτιά. Ελάτε και εσείς να βοηθήσετε». Οι πυροσβέστες ετοιμάζονται να φύγουν και ένας από αυτούς λέει «Ελευθερώστε τα καημένα τα σκυλάκια. Δε τα λυπάστε που θα καούν.»
Θα συνεχίσω με μια σειρά από ηθικά διδάγματα που πήρα από αυτή την ιστορία.
1. Στη Γιορτή της Πατάτας είναι όλοι τους πρώτη μούρη. Δήμαρχοι, Νομάρχες, κοινοτάρχες συμπατριώτες μας από όλα τα μέρη του κόσμου. Στη Γιορτή του Κάρβουνου να σας δω μάγκες τι κάνατε. Με πρώτη την αφεντιά μου που όλο λέω ότι θα κάνω μαθήματα Πρώτων Βοηθειών και μετά το ξεχνάω, που όλο λέω ότι θα μάθω με το νι και με το σίγμα τι πρέπει να κάνω τέτοιες στιγμές και στη φούρια της καθημερινότητας το αφήνω πίσω. Δεν ήμουν πρώτη μούρη στην προσφορά σε αυτή την καταστροφή έχω όμως ένα μικρό άλλοθι, ούτε στη Γιορτή της Πατάτας ήμουν ούτε θα είμαι ποτέ πρώτη μούρη. Γιατί θεωρώ ότι το χωριό έχει φοβερές ουσιαστικές ανάγκες και οι διάφοροι που κάνουν δημόσιες σχέσεις σε τέτοιες περιπτώσεις του περισσεύουν.
2. Ο δρόμος από την Καλαμάτα είναι στενός και κακοφτιαγμένος. και τα ανοίγματα είναι λίγα. Οι επαγγελματίες οδηγοί (υδροφόρες 1ης εικόνας) μπορούν να αποφασίζουν να σταματάνε όπου θέλουν. Αλλά, πάλι, μπορεί να αποφάσισε κάποιος να θρηνήσουμε και εμείς ανθρώπους, αν όχι από τη φωτιά, έστω και σαν παράπλευρες απώλειες.
3. Τα σκυλιά που επρόκειτο να καούν άξιζαν ένα λόγο συμπόνιας. Είναι και καλά κυνηγόσκυλα. Οι άνθρωποι ούτε μια δεύτερη ματιά. Αν ρωτήσεις αυτούς του κυρίους θα σου πουν ότι, σύμφωνα με τις εγκυκλίους της υπηρεσίας, αυτοί ενημέρωσαν για τον κίνδυνο ως όφειλαν.
4. Τρία περιπολικά χρειάζονταν για αποκλείσουν ένα δρόμο πέντε μέτρων πλάτος. Παρακάτω τροχοφόρα, άνθρωποι, ζώα μπορούσαν να τσαλαπατηθούν με την άνεσή τους.
5. Η ύπαρξη μιας οργανωμένης ή ανοργάνωτης υγειονομικής μονάδας στα πέριξ ήταν μάλλον πολυτέλεια και περιττή σπατάλη. Το ότι υπήρχαν ηλικιωμένοι, παιδιά, εθελοντές και πυροσβέστες που προσπαθούσαν να σβήσουν τη φωτιά και κινδύνευαν, σε ένα χωριό που δε βρίσκεις ούτε ασπιρίνη σε κανονικές συνθήκες, δε φαίνεται να προβλημάτισε κανέναν. Ευτυχώς όλοι έχουν στα σπίτια τους τέτοια εποχή φρέσκο σπαθόλαδο. Υπάρχει φυσικά και ο τρόπο με τον οποίο με γιάτρεψε η γιαγιά μου όταν είχα πατήσει σκουριασμένο σίδερο το 1977. Καυτό λάδι στην πληγή (πριν τριάντα χρόνια).
6. Το νερό ενός χωριού μπορεί να γίνει οποιαδήποτε ώρα προσωπική περιουσία του καθένα. Ο καθένας μπορεί να αποφασίζει για τη ζωή και το θάνατο του διπλανού του. Και οι αρχές του τόπου αντί να λάβουν σκληρά μέτρα να φαίνεται ότι απλώς παρακαλούσαν να τους επιτρέψει ο άρχοντας να εισέλθουν στο κάστρο του και αποκτήσουν πρόσβαση στο κελάρι του. Διότι αγαπητοί θυμάστε «όσους κλείνει η πόρτα σας», έλεγε όμως και κάτι άλλο η μακαρίτισσα «Όταν καίγεται του γείτονα η αυλή, να περιμένεις και τη σειρά της δικής σου».
Στο τέλος αυτού του σημειώματος θέλω απλώς να πω τούτο οι υπηρεσίες, οι εγκύκλιοι, οι άρχοντες, η αδιαφορία, ο ωχαδερφισμός μας κατάφεραν να κόψουν το δεσμό του ανθρώπου της υπαίθρου με το περιβάλλον του. Χωρίς να μπορέσουν να θέσουν νέους κανόνες που θα όριζαν αυτή τη σχέση, κανόνες σαφείς που δε θα επέτρεπαν παρερμηνείες. Απομάκρυναν τον αγρότη, το χωρικό από τα κτήματά του και τον περιβάλλοντα χώρο (ποτάμια, λίμνες, δάσος κ.ά.). Τον ένωσαν με το γκισέ της τράπεζας και του ΕΛΓΑ για να εισπράττει τις επιδοτήσεις. Οι αρμόδιοι δε έστειλαν ειδικούς, γεωπόνους δασολόγους, για εξηγήσουν στους ανθρώπους της υπαίθρου πως πρέπει να διαχειριστούν το καινούργιο που ερχόταν στη ζωή τους. Τους μπούκωσαν με λεφτά και υποσχέσεις.
Όλα τα χωράφια έγιναν δάσος. Εκτός από τις βιλίτσες που έχουν φυτρώσει στον Ταΰγετο. Αν είναι δάσος το τάδε χωράφι της θεια Γιώργαινας το οποίο αυτή και η οικογένειά της καλλιεργούσαν μια ζωή, γιατί δεν είναι δάσος η οικοπεδάρα του κ. Χ. στην οποία έκτισε κιτσάτη βίλα με αλουμινένια κουφώματα και τόνους μπετόν με πανοραμική θέα στο δάσος και τώρα στα καμένα. Και γιατί συνήθως αυτές οι εξοχικές κατοικίες (sic) είναι αυτό που πρώτο προστατεύεται σε μια δασική φωτιά. Απλώς απομάκρυναν από το χωριό και το δάσος τους μόνους ανθρώπους που το σέβονταν και το προστάτευαν.
Θα μου πεις το προστάτευαν για κέρδιζαν από αυτό, θα μου πεις τα κακοποιούσαν κιόλας, θα μου πεις ότι η φωτιά είναι κάτι φυσικό για το δάσος, το ανανεώνει το δυναμώνει.
Θα σου πω όμως και εγώ τα εξής: αυτοί οι άνθρωποι μόλις άκουγαν την καμπάνα να σημαίνει φωτιά έτρεχα να τη σβήσουν, αυτοί ήξεραν τα δάσος σαν την παλάμη τους, δεν χάνονταν μεταξύ Αγιά Γιάννη και Νέδουσας. Τρέχει σήμερα κανείς να σβήσει φωτιά στο δάσος, απλώς οι περισσότεροι από εμάς την περιμένουμε να έρθει στην πόρτα του σπιτιού μας. Ούτε η καμπάνα δε χτύπησε προχθές στο χωριό ούτε στα γειτονικά. Το κατάλαβε κανένας αυτό. Φυσικά η μαύρη αλήθεια είναι ότι που να τρέξουμε και να πάμε, οι περισσότεροι από εμάς δεν έχουμε ιδέα για το τι πρέπει να κάνουμε. Το αφήσαμε και αυτό στο κράτος, ξεχνώντας το βασικό «το κράτος είμαστε εμείς.» Και τέλος νομίζω να συμφωνήσετε μαζί μου ότι η φωτιά είναι φυσικό φαινόμενο για το δάσος όχι όμως για τα σπίτια της Απάνω Μεριάς ούτε του Μαχαλά.
Ξέρω δυστυχώς ότι δε σας λέω κάτι καινούργιο. Ούτε και πιστεύω ότι θα σώσω τον κόσμο με αυτά. Ελπίζω ότι απλώς θα μας κουνήσω λίγο από την μακαριότητάς μας.
Ευχαριστώ Μαρία Δούζη.
ΕΙΚΟΝΑ 2η: Βράδυ Κυριακής 26 Αυγούστου: Σε τοπικό τηλεοπτικό κανάλι (BEST) μιλάνε δύο κάτοικοι του χωριού λέγοντας πως ο ένας μπόρεσε και ο άλλος δεν μπόρεσε να σώσει το σπίτι του. Και οι δύο είπαν ότι κάποιος καλός και αγαθός συμπολίτης μας επειδή οι διακόπτες του δικτύου ύδρευσης περνούσαν από την αυλή του θεώρησε καλό και πρακτικό να αποκλείσει όλους τους άλλους από αυτό. Μόλις εκείνη τη στιγμή κατάλαβα το βαθύτερο νόημα αυτού που έλεγε η γιαγιά μου «Όσους κλείνει η πόρτα σου παιδί». Τι να λέμε τώρα αν η πόρτα κλείνει και τη βάνα του νερού να την αφήσεις απέξω να καεί η καημένη. Αμαρτία.
ΕΙΚΟΝΑ 3η: Σάββατο 25 Αυγούστου Απογευματάκι. Οι κάτοικοι της Κάτω Μεριάς μαζεμένοι στο Βουνάκι χαζεύουν τη φωτιά. Βασικά γυναίκες, παιδιά, άνδρες σε μεγάλη ηλικία. Τα νέα παιδιά κάπου στην Αγιά Τριάδα προσπαθούν να βοηθήσουν στο σβήσιμο με ότι μέσο διαθέτουν. Οι υπόλοιποι έχουμε μετατρέψει τη φωτιά στη τηλεόραση που δεν είχαμε λόγω διακοπής ρεύματος. Η αλήθεια είναι ότι κανείς από εμάς δεν ξέρει τι πρέπει και αν πρέπει να κάνει κάτι. Κοιτάμε περισσότερο για να ξέρουμε τι πρόκειται να γίνει γιατί κανείς δεν έχει μπει στον κόπο να μας ενημερώσει. Μόνο οι δικοί μας που σβήνουν στο βουνό αν τους τηλεφωνήσουμε μας φωνάζουν να φύγουμε. Να πάμε που όμως; Η φωτιά μια πέφτει μια φουντώνει. Τα παιδιά πότε πανικοβάλλονται πότε απλά ασχολούνται με τα παιχνίδια τους. Οι μεγάλοι έχουμε γίνει όλοι θρήσκοι. Κάποιος γυρίζει από την φωτιά, κουτσαίνει αλλά δε φαίνεται να το βάζει κάτω συνεχίζει να τρέχει και να προσπαθεί να συμμαζέψει κάποια πράγματα. Προσπαθώ να θυμηθώ τι έχω διαβάσει κατά καιρούς για τις καταστάσεις έκτακτης ανάγκης. Τι μας έλεγαν τότε με το σεισμός σε κάτι ενημερώσεις που μας είχαν κάνει. Τα λέω δειλά στους γύρω. Να είμαστε όλοι μαζί, να παρακολουθούμε τα παιδιά, να έχουμε κάπου συγκεντρώσει κάποια πράγματα που ίσως χρειαστεί να πάρουμε μαζί σε περίπτωση που θα εκκενωθεί το χωριό. Να κλείσουμε καλά παράθυρα και πόρτες στα σπίτια. Η φωτιά γλείφει τα πρώτα σπίτια της Απάνω Μεριάς και κατεβαίνει στο Νεκροταφείο. Έχουν εν τω μεταξύ εμφανιστεί αστυνομικοί που λένε να εκκενώσουμε το χωριό. Αυτό μόνο. Σχέδιο δεν φαίνεται να υπάρχει, δε μας λένε ούτε πως πρέπει να φύγουμε, ούτε που να πάμε, ούτε σε ποιον να αναφερθούμε. Κάποιοι από εμάς διαπληκτίζονται μαζί τους. Η κατάσταση είναι πια στα όρια του γελοίου. Λίγο αργότερα τα πληρώματα τριών περιπολικών κλείνουν το δρόμο προς τις Πηγές και κατευθύνουν αυτούς που θέλουν να φύγουν προς τον κάτω δρόμο για την Καλαμάτα. Παρακάτω όμως γίνεται ο πανικός αυτοί που φεύγουν από το χωριό, αυτοί που έρχονται από Καλαμάτα μποτιλιάρονται μπροστά το ελαιοτριβείο του Χανδρινού. Ευτυχώς για λίγο και αυτό μάλλον γιατί κάποιος από αυτούς που κατέβαιναν άρχισε να τους κατευθύνει. Αποφάσισα να φύγω με τους δικούς μου για Καλαμάτα. Καταλάβαινα πια ότι η συνεισφορά μου θα ήταν ανύπαρκτη. Δεν είχα ιδέα τι έπρεπε να κάνω. Οι γονείς και τα αδέλφια μου μένουν. Νοιώθω να τους προδίδω αυτούς και το χωριό, αλλά η κατάσταση ήθελε δυναμικές λύσεις και ανθρώπους που ήξεραν ότι μπορούσαν να βοηθήσουν, τουρίστες είχε πολλούς ήδη.
ΕΙΚΟΝΑ 4η: Σάββατο 25 Αυγούστου βράδυ: κατεβαίνουμε με το αυτοκίνητο προς την Καλαμάτα. Η πόλη δεν φαίνεται από τους καπνούς. Στο ρεύμα προς την Σπάρτη γίνεται ένας μικρός χαμός. Χρόνια που πηγαινοέρχομαι σε αυτό το δρόμο πρώτη φορά βλέπω τέτοια ώρα τόση κίνηση, αυτοκίνητα, μηχανάκια. Το φιλοθεάμον κοινό μυρίστηκε θέαμα και ανηφορίζει στο γήπεδο. Δε νομίζω ότι πήγαιναν για κανένα άλλο λόγο οι νεαροί με τις βερμούδες και τις σαγιόναρες και οι διάφοροι στολισμένοι και απροετοίμαστοι σε ένα δρόμο που έπρεπε πάση θυσία να είναι ελεύθερος για κάθε ενδεχόμενο.
ΕΙΚΟΝΑ 5η: Κυριακή 26 Αυγούστου ξημερώματα. (μου το διηγήθηκαν). Η φωτιά λυσσομανά μαζεμένοι στο Τουρκολάγκαδο προσπαθούν να τη σταματήσουν. Μια γυναίκα ανεβαίνει να φέρει νερό να πιούν αυτοί που σβήνουν. Στο σπίτι τη βρίσκουν δύο πυροσβέστες που με πλήρη εξοπλισμό μάσκες, κράνη, παγούρια και λοιπά που γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι και εκκενώνουν το χωριό. Τα σκυλιά του γείτονα τους μυρίζονται και τρελαίνονται στο γάβγισμα. «Να φύγετε» τις λένε «θα καείτε». «Που να πάω» λέει αυτή «εδώ από κάτω οι δικοί μου προσπαθούν να σταματήσουν τη φωτιά. Ελάτε και εσείς να βοηθήσετε». Οι πυροσβέστες ετοιμάζονται να φύγουν και ένας από αυτούς λέει «Ελευθερώστε τα καημένα τα σκυλάκια. Δε τα λυπάστε που θα καούν.»
Θα συνεχίσω με μια σειρά από ηθικά διδάγματα που πήρα από αυτή την ιστορία.
1. Στη Γιορτή της Πατάτας είναι όλοι τους πρώτη μούρη. Δήμαρχοι, Νομάρχες, κοινοτάρχες συμπατριώτες μας από όλα τα μέρη του κόσμου. Στη Γιορτή του Κάρβουνου να σας δω μάγκες τι κάνατε. Με πρώτη την αφεντιά μου που όλο λέω ότι θα κάνω μαθήματα Πρώτων Βοηθειών και μετά το ξεχνάω, που όλο λέω ότι θα μάθω με το νι και με το σίγμα τι πρέπει να κάνω τέτοιες στιγμές και στη φούρια της καθημερινότητας το αφήνω πίσω. Δεν ήμουν πρώτη μούρη στην προσφορά σε αυτή την καταστροφή έχω όμως ένα μικρό άλλοθι, ούτε στη Γιορτή της Πατάτας ήμουν ούτε θα είμαι ποτέ πρώτη μούρη. Γιατί θεωρώ ότι το χωριό έχει φοβερές ουσιαστικές ανάγκες και οι διάφοροι που κάνουν δημόσιες σχέσεις σε τέτοιες περιπτώσεις του περισσεύουν.
2. Ο δρόμος από την Καλαμάτα είναι στενός και κακοφτιαγμένος. και τα ανοίγματα είναι λίγα. Οι επαγγελματίες οδηγοί (υδροφόρες 1ης εικόνας) μπορούν να αποφασίζουν να σταματάνε όπου θέλουν. Αλλά, πάλι, μπορεί να αποφάσισε κάποιος να θρηνήσουμε και εμείς ανθρώπους, αν όχι από τη φωτιά, έστω και σαν παράπλευρες απώλειες.
3. Τα σκυλιά που επρόκειτο να καούν άξιζαν ένα λόγο συμπόνιας. Είναι και καλά κυνηγόσκυλα. Οι άνθρωποι ούτε μια δεύτερη ματιά. Αν ρωτήσεις αυτούς του κυρίους θα σου πουν ότι, σύμφωνα με τις εγκυκλίους της υπηρεσίας, αυτοί ενημέρωσαν για τον κίνδυνο ως όφειλαν.
4. Τρία περιπολικά χρειάζονταν για αποκλείσουν ένα δρόμο πέντε μέτρων πλάτος. Παρακάτω τροχοφόρα, άνθρωποι, ζώα μπορούσαν να τσαλαπατηθούν με την άνεσή τους.
5. Η ύπαρξη μιας οργανωμένης ή ανοργάνωτης υγειονομικής μονάδας στα πέριξ ήταν μάλλον πολυτέλεια και περιττή σπατάλη. Το ότι υπήρχαν ηλικιωμένοι, παιδιά, εθελοντές και πυροσβέστες που προσπαθούσαν να σβήσουν τη φωτιά και κινδύνευαν, σε ένα χωριό που δε βρίσκεις ούτε ασπιρίνη σε κανονικές συνθήκες, δε φαίνεται να προβλημάτισε κανέναν. Ευτυχώς όλοι έχουν στα σπίτια τους τέτοια εποχή φρέσκο σπαθόλαδο. Υπάρχει φυσικά και ο τρόπο με τον οποίο με γιάτρεψε η γιαγιά μου όταν είχα πατήσει σκουριασμένο σίδερο το 1977. Καυτό λάδι στην πληγή (πριν τριάντα χρόνια).
6. Το νερό ενός χωριού μπορεί να γίνει οποιαδήποτε ώρα προσωπική περιουσία του καθένα. Ο καθένας μπορεί να αποφασίζει για τη ζωή και το θάνατο του διπλανού του. Και οι αρχές του τόπου αντί να λάβουν σκληρά μέτρα να φαίνεται ότι απλώς παρακαλούσαν να τους επιτρέψει ο άρχοντας να εισέλθουν στο κάστρο του και αποκτήσουν πρόσβαση στο κελάρι του. Διότι αγαπητοί θυμάστε «όσους κλείνει η πόρτα σας», έλεγε όμως και κάτι άλλο η μακαρίτισσα «Όταν καίγεται του γείτονα η αυλή, να περιμένεις και τη σειρά της δικής σου».
Στο τέλος αυτού του σημειώματος θέλω απλώς να πω τούτο οι υπηρεσίες, οι εγκύκλιοι, οι άρχοντες, η αδιαφορία, ο ωχαδερφισμός μας κατάφεραν να κόψουν το δεσμό του ανθρώπου της υπαίθρου με το περιβάλλον του. Χωρίς να μπορέσουν να θέσουν νέους κανόνες που θα όριζαν αυτή τη σχέση, κανόνες σαφείς που δε θα επέτρεπαν παρερμηνείες. Απομάκρυναν τον αγρότη, το χωρικό από τα κτήματά του και τον περιβάλλοντα χώρο (ποτάμια, λίμνες, δάσος κ.ά.). Τον ένωσαν με το γκισέ της τράπεζας και του ΕΛΓΑ για να εισπράττει τις επιδοτήσεις. Οι αρμόδιοι δε έστειλαν ειδικούς, γεωπόνους δασολόγους, για εξηγήσουν στους ανθρώπους της υπαίθρου πως πρέπει να διαχειριστούν το καινούργιο που ερχόταν στη ζωή τους. Τους μπούκωσαν με λεφτά και υποσχέσεις.
Όλα τα χωράφια έγιναν δάσος. Εκτός από τις βιλίτσες που έχουν φυτρώσει στον Ταΰγετο. Αν είναι δάσος το τάδε χωράφι της θεια Γιώργαινας το οποίο αυτή και η οικογένειά της καλλιεργούσαν μια ζωή, γιατί δεν είναι δάσος η οικοπεδάρα του κ. Χ. στην οποία έκτισε κιτσάτη βίλα με αλουμινένια κουφώματα και τόνους μπετόν με πανοραμική θέα στο δάσος και τώρα στα καμένα. Και γιατί συνήθως αυτές οι εξοχικές κατοικίες (sic) είναι αυτό που πρώτο προστατεύεται σε μια δασική φωτιά. Απλώς απομάκρυναν από το χωριό και το δάσος τους μόνους ανθρώπους που το σέβονταν και το προστάτευαν.
Θα μου πεις το προστάτευαν για κέρδιζαν από αυτό, θα μου πεις τα κακοποιούσαν κιόλας, θα μου πεις ότι η φωτιά είναι κάτι φυσικό για το δάσος, το ανανεώνει το δυναμώνει.
Θα σου πω όμως και εγώ τα εξής: αυτοί οι άνθρωποι μόλις άκουγαν την καμπάνα να σημαίνει φωτιά έτρεχα να τη σβήσουν, αυτοί ήξεραν τα δάσος σαν την παλάμη τους, δεν χάνονταν μεταξύ Αγιά Γιάννη και Νέδουσας. Τρέχει σήμερα κανείς να σβήσει φωτιά στο δάσος, απλώς οι περισσότεροι από εμάς την περιμένουμε να έρθει στην πόρτα του σπιτιού μας. Ούτε η καμπάνα δε χτύπησε προχθές στο χωριό ούτε στα γειτονικά. Το κατάλαβε κανένας αυτό. Φυσικά η μαύρη αλήθεια είναι ότι που να τρέξουμε και να πάμε, οι περισσότεροι από εμάς δεν έχουμε ιδέα για το τι πρέπει να κάνουμε. Το αφήσαμε και αυτό στο κράτος, ξεχνώντας το βασικό «το κράτος είμαστε εμείς.» Και τέλος νομίζω να συμφωνήσετε μαζί μου ότι η φωτιά είναι φυσικό φαινόμενο για το δάσος όχι όμως για τα σπίτια της Απάνω Μεριάς ούτε του Μαχαλά.
Ξέρω δυστυχώς ότι δε σας λέω κάτι καινούργιο. Ούτε και πιστεύω ότι θα σώσω τον κόσμο με αυτά. Ελπίζω ότι απλώς θα μας κουνήσω λίγο από την μακαριότητάς μας.
Ευχαριστώ Μαρία Δούζη.
| < Προηγούμενο | Επόμενο > |
|---|






